ΔΕΙΚΤΗΣ ΜΑΖΑΣ ΣΩΜΑΤΟΣ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΠΡΩΤΟΔΙΑΓΝΩΣΜΕΝΗ ΣΚΛΗΡΥΝΣΗ ΚΑΤΑ ΠΛΑΚΑΣ.

Δερμιτζάκης Ε1, Rudolf J1, Δερμιτζάκη X2,  Κούτλας E1, Βασάρα E3, Μπουζιάνη X1, Μιχαήλ-Κλεφτούρη K2, Γεωργιάδης Γ1, Τσίπτσιος I1

1 Νευρολογική Κλινική, Ε.Σ.Υ., Γ.Ν. Παπαγεωργίου, Θεσσαλονίκη
2 Τμήμα Διατροφής και Διαιτολογίας, Σχολή Τεχνολογίας Τροφίμων και Διατροφής, Αλεξάνδρειο Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Θεσσαλονίκης
3 Εργαστήριο Φυσιολογίας Ζώων, Τομέας Ζωολογίας, Τμήμα Βιολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης


BODY MASS INDEX IN PATIENTS WITH NEW DIAGNOSED MULTIPLE SCLEROSIS.

Dermitzakis E1, Rudolf J1, Dermitzaki C2, Koutlas E1, Vasara E3, Βouziani C1, Michael-Kleftouri K2, Georgiadis G1, Tsiptsios I1

1 Department of Neurology, G.H. Papageorgiou, Thessaloniki
2 Department of Nutrition and Dietetics, Alexandrian Technological School, Thessaloniki
3 Laboratory of Animal Physiology, Department of Zoology, School of Biology. Aristotle University of Thessaloniki

 

Διεύθυνση αλληλογραφίας:
Δερμιτζάκης Εμμανουήλ,
Νευρολογική Κλινική. Γ.Ν.Θ. «Παπαγεωργίου»
Περιφερική οδός Ν. Ευκαρπίας, Θεσσαλονίκη
Τηλ.  +30-2310693943
Fax.  +30-2310693976
E mail:  anaresgr@hotmail.com

ΠΕΡΙΛΗΨΗ
ΣΚΟΠΟΣ: Η σκλήρυνση κατά πλάκας (ΣΚΠ) είναι η συχνότερη απομυελινωτική νόσος του κεν­τρικού νευρικού συ­στήματος που απαντάται συνήθως στους νεαρούς ενήλικες. Η ακρι­βής αιτία της νόσου δεν έχει βρεθεί. Η νό­σος έχει συσχετιστεί με διαιτητικές συνήθειες και πρόσφατα με τις ορεξιορυθμιστικές ορμό­νες λεπτίνη και γρελίνη. Η παρούσα εργασία προσπαθεί να διερε­υνήσει εάν οι ασθε­νείς με ΣΚΠ έχουν διαφορετικό δείκτη μάζας σώματος και εάν αυτό  μπο­ρεί να συσχετιστεί με τις δυο προαναφερόμενες ορμόνες.
ΥΛΙΚΟ- ΜΕΘΟΔΟΣ: Έγινε μελέτη σε 237 ασθενείς με πρωτοδιαγνωσμένη ΣΚΠ. Υπο­λο­γί­στη­κε ο Δείκτης Μάζας Σώμα­­­τος ( ΔΜΣ σε Kgr/m²) και η μέση ηλικία διάγ­νωσης ανά ομά­δες. Τα αποτελέσματα συγκρίθηκαν με αυτά που δημοσιεύτηκαν από την επιδημιο­λο­γι­κή  ATTICA STUDY και με αυτά που διαθέτει η ευρωπαϊκή στατιστική υπη­­ρε­­σία Eurostat στην σελίδα της στο διαδίκτυο και αφορούν στο σύνολο του πλη­θυσμού της Ελλάδος.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Από τους 237 ασθενείς οι 168 ήταν γυναίκες και οι 69 ήταν άντρες δηλα­δή η σχέση ήταν 2,7 γυναίκες /1 άντρα. Η μέση ηλικία διάγνωσης ήταν 36,3 χρόνια. 35,8 χρό­νια για τις γυναίκες και 37,4 χρόνια για τους άντρες. Ο μέσος όρος ΔΜΣ στο σύνολο των ασθενών ήταν 24,48 Kgr/m2 - συγκεκριμένα στους άντρες 25,88 Kgr/m2  και στις γυναίκες 23,91 Kgr/m2. Το μέσο ύψος των ανδρών με ΣΚΠ (1,77 m) σε σχέση με αυ­τό που δίνει η Eurostat (1,72 m) ήταν αυξημένο (p=0,005). To ίδιο ισχύει και για τις γυναίκες με ΣΚΠ, οι οποίες με ύψος ίσο με 1,65 m είχαν σημαντική διαφορά από τo 1,63 m που δίνει η Eurostat (p=<0,001). Οι γυναίκες με ΣΚΠ είχαν επίσης χαμηλότερο ΔΜΣ από τον γυναικείο πλη­θυσμό της Ελλάδος, ενώ το ίδιο δεν ίσχυε στους άντρες.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Τα ευρήματα αυτά, εφόσον προέρχονται από αναδρομική μελέτη, μπο­ρούν να χρησιμεύσουν για μια συζήτηση όσον αφορά τις διατροφικές συνήθειες των ασθενών και τον πιθανό ρόλο των δυο ορεξιορυθμιστικών ορμονών που πιστεύεται ότι είναι παρούσες στην προ- και αντι-φλεγμονώδη αντίδραση της ΣΚΠ- την λεπτίνη και τη γρελίνη.

Λέξεις κλειδιά: Σκλήρυνση κατά Πλάκας, Δείκτης Μάζας Σώματος, Επιδημιολογία, Λεπτίνη, Γρελίνη
Summary:
Goal: Multiple Sclerosis (MS) is the most frequent demyelinating disease of the central ner­vous system which is observed in young adults. The exact cause of the disease remains unknown, but it is considered to be an autoimmune disorder, in which both pro- and anti- inflammatory reactions occur.  The disease progress has been associated with dietary habits and -lately- with the hormones leptin and ghrelin, which regulate nutrition. The present study attempts to asses whether patients with new diagnosed MS have a Body Mass Index different from the population and whether this can be related το the two hormones mentioned above.
Material-Method: A retroactive study was performed on 237 patients with new diagnosed, untreated MS. The Body Mass Index was calculated for each patient. The results were compared with those published by the epidemiological ATTICA STUDY and with those that the European statistical service EUROSTAT provides for the total population of Greece.
Results: Among the 237 patients, 168 were women and 69 were men, and the male/female relation was 2.7 women/ 1 man. The mean age at diagnosis was 36.3 years (35.8 years for the women and 37.4 years for the men). The mean Body Mass Index in the total of the patients was 24.48 Kgr/m2, 25.88 Kgr/m2 in men and 23.91 Kgr/m2 in women. Male patients- mean height (1.77 m) was increased in comparison with the EUROSTAT mean value (1.72 m, p= 0.005). The same holds true for the female patients (1.65 m) in comparison with the EUROSTAT mean value (1.63 m p <0.001). Female patients had a lower mean Body Mass Index than the female Greek population, a finding that was not observed in male patients.
Conclusion: These findings may be related to the interplay of the hormones leptin and ghrelin in the regulation not only of nutrition, but also inflammatory processes.

 

Key words: Multiple Sclerosis, Body Mass Index, Epidemiology, Leptin, Ghrelin

 

ΣΚΟΠΟΣ- ΕΙΣΑΓΩΓΗ:
Η σκλήρυνση κατά πλάκας (ΣΚΠ) είναι η συχνότερη απομυελινωτική νόσος του κεντρικού νευρικού συ­στήματος (ΚΝΣ) που απαντάται στους νεαρούς ενήλικες της καυ­κάσιας φυλής (1-7). Όσο αφορά στην επιδημιολογία της ΣΚΠ, ο υψηλότερος επιπολασμός έχει παρατηρηθεί στον Καναδά, στις Βόρειες Ηνωμένες Πολιτείες και στη Βόρεια Ευρώπη, ενώ όσο μειώνεται το γεωγραφικό πλάτος, -δηλα­δή κατευθυνόμενοι προς τον ισημε­ρινό-, τόσο μειώνεται και ο επιπολασμός της νόσoυ (8).
Χαρακτηρίζεται από πολυεστιακή, αυτοάνοσης αρχής, καταστροφή του ελύτρου της μυελίνης και από δευτεροπαθή καταστροφή του νευράξονα στο ΚΝΣ, με αποτέλεσμα την καθυστέρηση της ηλεκτρικής αγω­γι­μότητας των νευρικών αξόνων. Αυτή η καταστροφή υπο­στηρίζεται ότι γίνεται από την ανάπτυξη παθο­λογι­κών βοηθητικών Τ-κυττάρων που αντι­δρούν έναντι αντιγόνων μυελίνης. Τα κύτταρα αυτά, διαπερνώντας τον αιματο­εγκεφαλικό φραγμό, μέσω μορίων προσκόλλησης διεγεί­ρονται από τα αντιγόνα μυελίνης. Στη συνέχεια διαφοροποιούνται σε βοηθητικά Τ-κύτταρα τύπου 1 (Th1) και εκκρίνουν προφλεγμονώδεις κυτοκίνες, όπως ιντερφερόνη-γ, παράγοντα νέκρωσης των όγκων-α (TNF-a) και IL-1, IL-1 β, IL-2, IL-12. Αυτή η δράση μαζί με την ενεργοποίηση Β-κυττάρων, κυτταροτοξικών Τ-κυττάρων και μακροφάγων οδηγεί σε φλεγμονώδη απομυε­λί­νωση και σε αντίστοιχη σημειο­λογία (9, 10). Από την εντόπιση των βλαβών εξαρτάται η πλού­σια ποικιλόμο­ρ­φη νευ­ρολο­γι­κή σημειολογία της νόσου με πυραμιδικά, παρεγκεφαλιδικά, στελεχιαία, αισθητι­κά, ορθοκυ­στι­κά, οπτικά, ψυχονοητικά συμπτώματα (9). Επίσης τα ενεργοποιημένα Τ-κύτταρα διαφο­ρο­ποιούνται σε βοηθητικά Τ-κύτταρα τύπου 2 (Th2) που εκκρίνουν αντιφλεγμονώδεις κυτοκίνες όπως IL-4, IL-5, IL-10  και αυξητικό παράγοντα μετασχηματισμού-α (TGF-a).
Η νόσος εμφανίζει τέσσερις μορφές: την υποτροπιάζουσα (RR) η οποία είναι η συχ­νό­τερη, την δευ­τε­ροπαθή προοδευτική (SP), την πρωτοπαθή προοδευτική (PP) και την πρωτο­παθή προοδευτική-υποτρο­πιάζουσα (PR) (11).
Αν και η ακριβής αιτία της νόσου δεν έχει βρεθεί, ωστόσο ενοχοποιούνται ποικίλοι περι­­βαλλοντικοί, γενετικοί, ιογενείς και αυτοάνοσοι παράγοντες (12-15). Αυξημένος κίνδυ­νος έχει επίσης συσχετι­στεί με υψηλό κοινωνικο-οικονομικό status και διαιτητικές συνήθειες (16,17,18).
Σκοπός αυτής της εργασίας είναι να διαπιστωθεί εάν ασθενείς κατά τη διάγνωση της νόσου έχουν χαμηλότερο βάρος σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό και ποιος είναι ο πιθα­νός παθογενετικός μηχανισμός, μιας και στοιχεία για την συσχέτιση μεταξύ εμφάνισης ΣΚΠ και βάρους σώματος δεν μας είναι γνωστό να υπάρχουν ανακοινωμένα και έτσι η παρούσα αποτελεί την πρώτη σχετική μελέτη.

ΥΛΙΚΟ- ΜΕΘΟΔΟΣ:
Από το αρχείο του Ιατρείου Πολλαπλής Σκλήρυνσης της Νευρολογικής Κλινικής του Νοσο­κομείου Παπαγεωργίου Θεσσαλονίκης συλλέχθηκαν στοιχεία από πάνω από 550 ασθενείς και έγινε τελικά μελέτη με 237 ασθενείς με πρωτοδιαγνωσμένη ΣΚΠ, οι οποίοι εξετάστηκαν ως τον Ιούλιο του 2005. Τα στοιχεία (βάρος και ύψος) για την αναδρομική μελέτη είχαν καταγραφεί στο φύλλο ιστορικού των ασθενών όταν τέθηκε η διάγνωση της βέβαιης ΣΚΠ (με βάση τα κριτήρια του Poser μέχρι το 2001 (19) και στη συνέχεια με βάση τα κριτήρια του Mc Donald (20) ) χωρίς να είναι ακόμη γνωστή η μορφή της νόσου. Οι ασθενείς αυτοί, για να συμπεριληφθούν στην μελέτη, θα έπρεπε ως τη στιγμή που τέθηκε η διάγνω­ση, να μην είχαν λάβει στεροειδή ή οποιαδήποτε άλλη φαρμακευτική αγωγή για την νόσο. Επίσης δε θα έπρεπε να είχαν λάβει συστηματική φαρμακευτική αγωγή με στεροειδή και για οποιαδήποτε  άλλη πάθηση, κατά τη διάρκεια ενός έτους προ της διάγ­νωσης της ΣΚΠ.
Οι μετρήσεις του βάρους και του ύψους έγιναν με ελαφρά ενδυμασία και χωρίς υπο­δήματα. Για τις σω­­μα­τομετρικές μετρήσεις χρησιμοποιήθηκε ανθρωποζυγός με ενσωμα­τω­μένο αναστημόμετρο τύπου Seca® με υποδιαίρεση 100 gr.
Μετά τη συλλογή των στοιχείων των μετρήσεων, τόσο η ομάδα των αντρών όσο και των γυ­ναι­κών χωρίστηκε ανά δεκαετίες όπως φαίνεται στον πίνακα 1. Υπολογίστηκε ο Δείκτης Μάζας Σώμα­­­τος (ΔΜΣ, Body Mass Index-BMI) και η μέση ηλικία διάγνωσης της ΣΚΠ ανά ομάδες. Ο ΔΜΣ χρησιμοποιείται ως δείκτης παχυ­σαρκίας διεθνώς λόγω της ευκο­λίας υπολο­γισμού του. Είναι ο λόγος του βάρους προς το τετράγωνο του ύψους (Kgr/m²) - αναφέρεται και ως Quetelex Index . Η κατάταξη των ασθενών στις κατηγορίες παχυ­σα­ρκίας έγινε με βάση τους οδηγούς που αναπτύχθηκαν από το National Heart, Lung and Blood Institute  και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO, World Health Organi­zation) (21). Στον πίνακα 2 αναγράφονται οι κατηγορίες του ΔΜΣ που χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση παχυσαρκίας σε ενήλικες.
Τα αποτελέσματα για τον ΔΜΣ συγκρίθηκαν με αυτά που δημοσιεύτηκαν από την επιδημιο­λογική  Έρευνα Αττικής που διεξάχθηκε από το 2001 έως το 2002 σε 1514 άντρες (20 έως 87 ετών) και σε 1528 γυναίκες (20 έως 89 ετών) που κατοικούν στο λεκανοπέδιο Αττικής- ATTICA STUDY (22).
Τα αποτελέσματα για τον ΔΜΣ και το ύψος συγκρίθηκαν με αυτά που διαθέτει η ευρωπαϊκή στατιστική υπηρεσία Eurostat στην σελίδα της στο διαδίκτυο και αφορούν στο σύνολο του πλη­θυσμού της Ελλάδος (23).
Η στατιστική επεξεργασία έγινε με το στατιστικό πακέτο SPSS 12. Διεξάχθηκε έλεγχος ισότητας ποσοστών με το Binomial test (α:0,05) και έλεγχος ισότητας μέσων τιμών με το T- test. Για αυτήν την έρευνα τηρήθηκαν πλήρως οι αρχές της διακήρυξης του Ελσίν­κι του 1975.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ:
Από τους 237 ασθενείς οι 168 ήταν γυναίκες και οι 69 ήταν άντρες (βλ. πίνακα 1) δηλαδή η σχέση ήταν 2,7 γυναίκες /1 άντρα.
Η μέση ηλικία διάγνωσης ήταν 36,3 χρόνια. 35,8 χρόνια για τις γυναίκες (ν= 168) και 37,4 χρόνια (ν=69) για τους άντρες (πίνακας 3).
Ο μέσος όρος ΔΜΣ στο σύνολο των ασθενών ήταν 24,48 Kgr/m2 - συγκεκριμένα στους άντρες 25,88 Kgr/m2  (πίνακας 4) και στις γυναίκες 23,91 Kgr/m2 (πίνακας 5).
Με βάση την κατάταξη σε ηλικιακές ομάδες, στους άντρες έως 20 ετών το 100% ήταν εντός φυσιολογικών ορίων σωματικού βάρους, ενώ στις γυναίκες το 14,3% ήταν στην κατηγορία των ελλιποβαρών και το 85,7% στα φυσιολογικά όρια.
Στους άντρες από 21- 30 ετών το 6,3% ήταν ελλιποβαρείς, το 62,5% στα φυσιολογικά όρια, το 25% υπέρβαροι και το 6,3% παχύσαρκοι 1ου βαθμού. Στις γυναίκες της αντίστοιχης ηλικιακής ομάδας το 14% ήταν ελλειποβαρείς, το 70,2% στα φυσιολογικά όρια, το 8,8% υπέρβαρες, το 5,3% με παχυσαρκία 1ου βαθμού και το 1,8% με παχυσαρκία 2ου βαθμού.
Στην ηλικιακή ομάδα των 31-40 ετών το 26,1% των αντρών ήταν φυσιολογικοί, το 60,9% υπέρ­βα­ροι, το 4,3% παχύσαρκοι 1ου βαθμού και το 8,7% παχύσαρκοι 2ου βαθμού. Αντίστοιχα στις γυ­ναίκες το 4,1% ήταν ελλιποβαρείς, το 53,1% σε φυσιολογικά επίπεδα, το 20,4% υπέρβαρες, το 12,2% παχύσαρκες 1ου βαθμού και το 10,2% παχύσαρκες 2ου βαθμού.
Το 15% των αντρών ηλικίας 41-50 ετών ήταν φυσιολογικοί, το 70% υπέρβαροι και το 15% παχύσαρ­κοι 1ου βαθμού. Αντίστοιχα, το 2,6% των γυναικών ηλικίας 41-50 ετών ήταν ελλιποβαρείς, το 71,8% σε φυ­σιο­λογικά επίπεδα, το 20,5% υπέρβαρες, το 2,6% παχύσαρκες 1ου βαθμού και το 2,6% παχύ­σαρκες 2ου βαθμού.
Στην τελευταία, για τους άντρες, ηλικιακή ομάδα των 51-60 ετών το 25% βρίσκονταν σε φυσιολογικά επίπεδα, το 62,5% ήταν υπέρβαροι και το 12,5% ήταν παχύσαρκοι 1ου βαθμού. Στις γυναίκες το 45,5% είχαν φυσιολογικές τιμές και το 54,5% ήταν υπέρβαρες.
Τέλος, στην τελευταία ηλικιακή ομάδα άνω των 60 ετών ,όπου συμπεριλαμβάνονταν μόνο γυ­ναί­κες, το 20% των γυναικών βρισκόταν σε φυσιολογικά επίπεδα, το 60% ήταν υπέρβαρες και το 20% παχύσαρκες 1ου βαθμού.
Συγκρίνοντας στον πίνακα 4 το ποσοστά των ανδρών με ΣΚΠ ανά κατηγορίες ΔΜΣ με τα αντίστοιχα της ATTICA STUDY και της Eurostat δεν προκύπτει σημαντική διαφορά.
Τα παραπάνω στοιχεία τροποποιούνται ως εξής εάν συγκρίνουμε στον πίνακα 5 τα ποσοστά γυναικών με ΣΚΠ ανά κατηγορίες ΔΜΣ με τα αντίστοιχα της ATTICA STUDY και της Eurostat. Συγκεκριμένα, 7,3% των γυ­ναικών με ΣΚΠ ήταν ελλειποβαρείς σε σχέση με <1% στην ATTICA STUDY (p= <0,001) και  2,8% σε σχέ­ση με τα στοιχεία της Eurostat (p=0,003). Φυσιολογικό ΔΜΣ είχαν 63,1 % των γυναικών με ΣΚΠ, αλλά μόνο 54% στην ATTICA STUDY (p= 0,01) και 53,3% σύμφωνα με τα στοιχεία της  Eurostat (p= 0,007). Υπέρβαρες ήταν το 19% των γυναικών με ΣΚΠ έναντι του 31% της  ATTICA STUDY (p= <0,001) και του 33% της Eurostat (p= <0,001). Παχυσαρκία 1ου βαθμού είχαν το 6,5% των γυναικών με ΣΚΠ σε σχέση με το 11% της ATTICA STUDY (p= 0,03). Παχυσαρκία 2ου βαθμού είχαν το 4,2% των γυ­ναικών με ΣΚΠ και το 4% στην ATTICA STUDY (p= 0,51). Στο σύνολο παχύσαρκες ήταν το 10,7% των γυναικών με ΣΚΠ έναντι 10,9% σύμφωνα με τα στοιχεία της Εurostat (p= 0,531).
Συγκρίνοντας στον πίνακα 6 το μέσο ύψος των ανδρών με ΣΚΠ (1,77 m) σε σχέση με αυ­τό που δίνει η Eurostat (1,72 m) προκύπτει σημαντική διαφορά (p= 0,005). To ίδιο ισχύει και για τις γυναίκες με ΣΚΠ, οι οποίες με ύψος ίσο με 1,65 m είχαν σημαντική διαφορά από τo 1,63 m που δίνει η Eurostat (p= <0,001).

ΣΥΖΗΤΗΣΗ:
Από τα αποτελέσματα της μελέτης μπορούν να εξαχθούν δυο συμπεράσματα. Αφενός ότι οι γυναίκες με πρωτοδιαγνωσμένη ΣΚΠ είχαν χαμηλότερο ΔΜΣ και μεγαλύτερο ύψος από τον μέσο γυναικείο πλη­θυ­σμό της Ελλά­δος. Αφετέρου οι άντρες με πρωτο­διαγνωσμένη ΣΚΠ είχαν μόνο μεγαλύτερο ύψος από τον μέσο αντρικό πληθυσμό της Ελλάδος. Ως τώρα δεν υπάρχει καμιά μελέτη που να διαπιστώνει συσχέτιση μεταξύ χαμηλού ΔΜΣ και ΣΚΠ κατά τα αρχικά κλινικά στάδια της νόσου και κυρίως πριν από την έναρ­ξη της φαρμακευτικής αγωγής και ιδίως με στερο­ειδή, τα οποία μπορούν να προκαλέ­σουν αύ­ξηση σω­μα­τι­κού βάρους. Οι περισσότερες έρευνες έχουν συσχε­τίσει τον ΔΜΣ των ασθενών με ΣΚΠ με την ποιό­τητα ζωής, την κινητική τους λειτουργικότητα, τον κίνδυνο εμφάνισης παθήσεων του καρδιαγγειακού συστήματος και με άλλες επιπλοκές της νόσου όπως είναι η δυσφαγία (24-27). Έτσι για να γίνει οποιαδήποτε συζήτηση ή υπόθεση θα πρέπει να γίνει αναφο­ρά στις δυο ορμόνες που έχουν βρεθεί να συσχε­τίζονται τόσο με την ΣΚΠ όσο και με το βάρος: την λεπτίνη και την γρελίνη.
Η λεπτίνη είναι μια ορμόνη που εκκρίνεται από κύτταρα του λιπώδους ιστού, δρα σε υποθα­λα­μι­κούς υποδοχείς αναστέλλοντας την όρεξη για τροφή, αυξάνοντας τη θερμο­κρα­σία του σώμα­τος και γενι­κότερα την σωματική δραστηριότητα (28). Η συγκέντρωση της λεπτίνης στο πλάσμα του αίματος μειώνεται κατά την νηστεία, την απώλεια σωματικού βάρους ή με την διέγερση του συμπα­θητικού συσ­τή­ματος (29). Έχουν γίνει διάφορες μελέ­τες που εξετάζουν τον πιθανό ρόλο της λεπτίνης στην φλεγ­μο­νώδη αντίδραση που παρατη­ρείται στην ΣΚΠ. Πριν από την οξεία φάση της πειρα­ματικής αυτοάνοσης εγκεφαλομυε­λίτιδας (experimental autoimmune encephalo­myelitis EAE), που είναι το ανά­λο­γο της ΣΚΠ σε πειρα­μα­τόζωα, παρατηρείται μια σημαντική άνοδος της λεπτίνης στο πλάσμα του αίμα­τος των πειραματόζωων με ανορεξία και ελάττωση του βάρους. Αυτή η αύξηση της συγκέν­τρωσης της λεπ­τί­­νης επέμεινε ως την αποκορύφωση της φλεγμονώδους αντίδρασης μόνο στα θη­λυκά πειραματόζωα με υποτρο­πιάζουσα μορφή (30). Σε άλλη εργασία από την ίδια ερευνητική ομά­δα αναφέρεται μια σημαντική αύξηση της έκκρισης λεπτίνης στον ορό του αίματος και στο εγκε­φα­λο­νωτιαίο υγρό σε ασθενείς που βρίσκονταν σε οξεία φάση υποτροπιάζουσας ΣΚΠ (31). Οι Frisullo et al. αναφέρουν ότι σε υποτροπή της πάθησης σε ασθενείς με ΣΚΠ η λεπτίνη αυ­ξάνει την παραγωγή IL-6, IL-10 και του παράγοντα νέκρωσης των όγκων-α (TNF-a) από τα περιφε­ρικά μονοκύτταρα του αίμα­τος (PBMC), σε σύγκριση με τη φάση που οι ασθενείς δεν βρίσκονταν σε υποτροπή ή σε υγιείς μάρτυρες (32). Υπήρξε μάλιστα προσπάθεια της ίδιας ερευνητικής ομάδας να συσχετισθεί η λεπτίνη με την δραστηριότητα της νόσου και να χρησιμο­ποιηθεί ως δείκτης για την αντα­πό­κριση στη θεραπεία με IFNβ-1a (33). Υπάρ­χουν όμως και μελέτες που έχουν αντίθετα αποτε­λέσματα, π.χ. ότι οι συγκεντρώσεις λεπτίνης στο πλάσμα ασθενών με ΣΚΠ είναι ίδιες με υγιείς μάρτυρες (34) και έτσι ο ρόλος της λεπτίνης στην οξεία φάση της ΣΚΠ παραμένει ασαφής.
Η γρελίνη είναι μια πολυπεπτιδική ορμόνη που παράγεται από τον βλεννογόνο του στομάχου, αλλά πιθανόν και από άλλους ιστούς του σώματος, και διεγείρει την έκκριση αυξητικής ορμόνης (GH) από την πρόσθια υπόφυση. Η έκκριση της γρελίνης αυξάνεται κατά την νηστεία, σε πτώση του ΔΜΣ σε υγιή άτομα, με την αύξηση της λεπτίνης και με τη αύξηση της παρασυμπαθητικής δραστη­ριότητας, ενώ μειώνεται με την λήψη τροφής, σε υψηλό ΔΜΣ, σε άνοδο της γλυκόζης ή/ και της ινσουλίνης στο αίμα. Η γρελίνη πέρα από την αύξηση της απελευθέρωσης της GH οδηγεί σε αύξηση της έκκρισης της ACTH, της κορτιζόλης, της προλακτίνης, έχει θετική ινοτρόπο δράση στην καρδιά και προκαλεί υπνηλία (35-38). Είναι η μόνη γνωστή ορεξιογόνος ορμόνη. Πέρα όμως από την ορεξιογόνο της δράση έχει πρόσ­φατα ανακαλυφθεί ότι η γρελίνη δρα ανασταλ­τικά στην έκκριση κυτοκινών όπως IL- 1β, IL-6, ιντερ­φε­ρό­νη-γ, παράγοντα νέκρωσης των όγκων-α (TNF-a). Η γρελίνη οδηγεί σε μια δοσοεξαρτώμενη ανα­στο­λή της έκκρισης κυτοκινών από τα T-λεμφοκύτταρα (Th-1) και τα περιφερικά μονοκύτταρα του αίμα­τος (PBMC) που διεγείρονται από τη δράση της λεπτίνης. Είναι επίσης πιθανό η γρελίνη να έχει και άμε­σα αντιφλεγμονώδη δράση (Th-2), να μην περιορίζεται δηλαδή στην αναστολή απλώς της προφλεγ­μο­νώδους Th-1 δράσης (39, 40). Εκμεταλλευόμενοι αυτήν τη γνώση το 2005 οι Berilgen et al. μέτρησαν σε ασθενείς με υποτροπιάζουσα ΣΚΠ (RR) και με δευ­τε­ροπαθή προοδευτική ΣΚΠ (SP) τα επίπε­δα της γρε­­λίνης στο πλάσμα του αίματος και βρήκαν διπλάσια επίπεδα σε σχέση με υγιείς μάρτυρες (41).
Διάφορες μελέτες διαπιστώνουν ότι οι υγιείς γυναίκες έχουν μεγαλύτερες συγκεν­τρώσεις λεπτί­νης στο αίμα απ' ότι οι άντρες με ίδιο ΔΜΣ, πιθανολογώντας ότι οι ορμόνες του φύλου παίζουν κάποιο ρόλο στην έκκριση λεπτίνης από τα λιπώδη κύτταρα (29, 42-45). Αν πριν από την κλινική εκδήλωση της ΣΚΠ υπάρχει μια υπερμεταβολική κατάσταση ή μια χρόνια φλεγμονώδης κατά­σταση και επιπρόσθετα αυξημένα επίπεδα λεπτίνης που συμβάλλουν στην (Th-1) φλεγμονή, η σωμα­τική έκφραση αυτής της κατάστασης θα πρέπει να είναι χαμηλότερο σωματικό βάρος. Στην μελέτη μας οι γυναίκες με ΣΚΠ είχαν και ση­μα­ντι­κά χα­μηλότερο ΔΜΣ και μεγαλύτερο ύψος σε σχέση με τον γυναικείο πληθυσμό, ενώ οι άντρες μόνο ση­μαντικά μεγαλύτερο ύψος. Αυτό το εύρημα ίσως να οφείλεται στο ότι οι γυναίκες με ΣΚΠ είχαν χαμηλότερο βά­ρος σώ­μα­τος. Αυτό βέβαια συμφωνεί με την ερευνητική ομάδα των Parviz et al. που υποστηρίζουν ότι άτομα με χαμη­λό ΔΜΣ ίσως παρουσιά­ζουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ΣΚΠ. Υποθέτουν ότι η παρουσία της νόσου συμβάλ­λει σε μια υπερ-μεταβολική κατάσταση και συνεπώς οδηγεί σε μείωση του βάρους επο­μένως και του ΔΜΣ. Ωστόσο, αναφέρεται ότι μάλλον ο αυξημένος μέσος όρος ύψους είναι αυτός που προκαλεί τις χαμηλές τιμές στο ΔΜΣ και όχι το μειωμένο βάρος, χωρίς όμως η υπόθεση αυτή να στηρίζεται από το κείμενο (46).
Πιθανώς να υπάρχει μια δυναμική ισορροπία ανάμεσα στα επίπεδα λεπτίνης και γρελίνης στο πλάσμα του αίματος, που τη περίοδο πριν την κλινική εκδήλωση της νόσου δρα υπέρ της λεπτίνης, αλλά από κάποια σημείο και έπειτα, με την κλινική εκδήλωση ή/ και με την εξωτερική θεραπευτική πα­ρέ­μ­βαση υπάρχει μια σταθερή άνοδος των επιπέδων της γρελίνης στο αίμα ακόμη και στη μη οξεία φά­ση της νόσου όπως φάνηκε από την ομάδα Berilgen et al. Η άνο­δος της γρελίνης, ειδικά εάν απο­δειχθεί στο μέλλον και σε μεγαλύτερο δείγμα ασθενών, δρα επηρεάζοντας αρνητικά την Th-1 αντί­δραση και προωθεί την έκκριση κορτι­ζόλης και άρα δρα και προστατευτικά. Αυτή η σταθερή άνο­δος της γρελίνης πιθανώς να συμβάλλει στο ότι οι γυναίκες με ήδη διαγνωσμένη ΣΚΠ και υπό θεραπεία καταλήγουν να μην έχουν χαμηλότερο ΔΜΣ από τους υγιείς (29, 31, 39) ενώ έχουν την ίδια φυσική δραστηριότητα με αυτούς (22). Στη σταθερή αυτή άνοδο της γρελίνης αντιπαρατίθεται η άνοδος της λεπτίνης κατά τις υποτ­ροπές της νόσου, η οποία -τουλάχιστον στο πειρα­μα­τικό μοντέλο- είναι πιο επίμονη στα θηλυκά πειραματόζωα. Η λεπτίνη φαίνεται επίσης να είναι ρυθμιστής μιας ισορροπίας Th-1/Th-2 αντί­δρα­σης ακόμη και κατά τη διάρκεια της νόσου.
Ο ρόλος της λεπτίνης και της γρελίνης, τόσο στην αρχική φάση όσο και στην πορεία της ΣΚΠ, παραμένει συζητήσιμος. Και οι δυο ορμόνες δεν συσχετίζονται μόνο με την ρύθμιση του σωματικού βάρους, αλλά και με την φλεγμονώδη αντίδραση που αποτελεί το βασικό μοντέλο της ΣΚΠ. Η παρούσα μελέτη παρέχει έμμεσα στοιχεία για την δράση της λεπτίνης κατά την αρχική φάση της ΣΚΠ. Δεν διαθέτει μετρήσεις της λεπτίνης και της γρελίνης στον ορό- οι σχετικές εξετάσεις είναι εφικτές μόνο σε εξειδικευμένα εργαστήρια. Τέτοιες μετρήσεις είναι όμως απαραίτητες για να ερευνηθεί σε βάθος η δυναμική σχέση λεπτίνης/ γρελίνης και η επίδραση της στην πορεία της ΣΚΠ.

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
1. Poser CM: The epidemiology of multiple sclerosis: a general overview. Ann Neurol 1994, (suppl 12):180-193
2. Shelley E, Dean G. Multiple sclerosis. In: Miller et al. (eds). Epidemiology of Disease. Blackwell Scientific Publishers, Oxford, 1982: 347-354.
3. Alter M, Yamoor M, Harshe M: Multiple sclerosis and nutrition. Arch Neurol 1974, 31:267-372.
4. Shatin R: Multiple sclerosis and geography. New interpretation of epidemiological observations. Neurology (Minneap) 1964, 14:338-339.
5. Granieri E, Casseta I, Tola MR: Epidemiology of multiple sclerosis in Italy and in Sout­hern Europe. Acta Neurol Scand 1995, 161 (Suppl):9-11.
6. Dean G, Brady R, McLougghlin H: Motor neutrone disease and multiple sclerosis among immigrants to Britain. Br J Prev Soc Med 1977, 31:141-147.
7. Casetta I, Granieri E, Malagu S et al : Environmental risk factors and multiple sclerosis: a community-based, case-control study in the province of Ferrara, Italy. Neuroepidemiology 1994,13:120-28.
8. Adams RA, Victor M: Principles of Neurology. 4th ed, Mc Graw-Hill, New York, 1989:755-774.
9. Noseworthy JH, Lucchinetti C, Rodriguez M, Weinshenker BG: Multiple sclerosis. Prog­ress in determining the causes and the treatment of multiple sclerosis. N Engl J Med 2000, 343:938-952.
10. Steinman L: Multiple sclerosis: a coordinated immunological attack against myelin in the central nervous system. Cell 1996, 85:299-302
11.Goodin DS, Frohmann EM, Garmany GP Jr, Halper J, Likoski WH, Lublin FD et al:. Disease modifying therapies in multiple sclerosis: subcommittee of the American Academy of Neurology and the MS council for Clinical Practice Guidelines. Neurology 2002, 58:169-178.
12. Granieri E, Casetta I, Tola MR, Govoni V, Paolino E, Malagu S et al:  .Multiple sclerosis: does epidemiology contribute to providing etiological clues? J Neurol Sci 1993, 115 (Suppl):16-23.
13. Sotgiu S, Pugliatti M, Fois ML, Arru G, Sanna A, Sotgiu MA et al:  Genes, environment, and susceptibility to multiple sclerosis. Neurobiol Dis 2004,17:131-43
14. Hogancamp WE, Rodriguez M, Weinshenker BG :The epidemiology of multiple scle­ro­sis. Mayo Clin Proc 1997, 72:871-878
15. Ascherio Α. et al: Epstein-Barr virus and multiple sclerosis. J Am Med Assoc 2001, 286:3083
16. Kruger PG, Nyland HI: The role of mast cells and diet in the onset and maintenance of multiple sclerosis: a hypothesis. Medical Hypotheses 1995, 44:66-69.
17. Ponsonby et al: Medical biology: multiple sclerosis  and the hygiene hypothesis. J Am Med Assoc 2005, 293:463
18. Ghadirian P, Jain M, Ducic S, Shatenstien B, Morisset R: Nutritional factors in the aetio­logy of multiple sclerosis: a case-control study in Montreal, Canada. Int J Epidemiol    
1998, 27:845-852
19. Poser CM, Brinar VV: Diagnostic criteria for multiple sclerosis. Clin Neurol Neurosurg 2001, 103:1-11
20. McDonald WI, Compston A, Edan G, Goodkin D, Hartung HP, Lublin FD et al: Recommended diagnostic criteria for multiple sclerosis: guidelines from the International panel on the diagnosis of  multiple sclerosis. Ann Neurol  2001 Jul, 50 (1):121-127
21.  National Institutes of Health, National Heart, Lung and Blood Institute: Clinical guidelines on the identification, evaluation, and treatment of overweight and obesity in adults - the evidence report. NIH Publication 1998, (98):4083.
22. Panagiotakos D, Pitsavos Ch, Chrysohoou Ch, Risvas G, Kontogianni M, Zampelas A et al: Epidemiology of Overweight and Obesity in a Greek Adult Populatin: the ATTICA Study. Obes Res Dec 2004, 12:1914-1920.
23.http://epp.eurostat.ec.europa.eu/portal/page?_pageid=1996,45323734&_dad=portal&_schema=PORTAL&screen=welcomeref&open=/health/hlth/hlth_status/hlth_anthro&language=en&product=EU_MASTER_health&root=EU_MASTER_health&scrollto=181 (source:ECHP- UDB, EUROSTAT, 6/2003)
24. Slawta JN, Wilcox AR, McCubbin JA, Nalle DJ, Fox SD, Anderson G: Health behaviors, body composition, and Coronary Heart disease risk in women with multiple sclerosis. Arch Phys Med Rehabil 2003, 84:1823-1830.
25. Nortvedt MW, Riise T, Maeland JG: Multiple sclerosis and lifestyle factors: the Hordaland Health Study. Neurol Sci 2005, 26:334-339.
26. Thomas FJ, Wiles CM: Dysphagia and nutritional status in multiple sclerosis. J Neurol 1999, 246:677-682.
27. Calcagno P, Ruoppolo G, Grasso MG, De Vincentiis M, Paolucci S: Dysphagia in multiple sclerosis -prevalence and prognostic factors. Acta Neurol Scand 2002, 105:40-43.
28. Havel PJ: Role of adipose tissue in body-weight regulation: mechanism regulating leptin production and energy balance. Proceedings of the Nutrition Society 2000, 59:359-371
29. Jequier E: Leptin signaling, adiposity and enrgy balance. Ann N Y Acad Sci 2002, 967:379-388
30. Sanna V, Di Giacomo A, La Cava A, Lechler R, Fontana S, Zappacosta S et al: Leptin surge precedes onste of autoimmune encephalomyelitis and correlates with development of pathogenic T cell responses. J Clin Invest 2003, 111:241-250
31. Matarese G, Carrieri PB, La Cava A, Perna F, Sanna V et al: Leptin increase in multiple sclerosis associates with reduced number of CD4+CD25+ regulatory T cells. PNAS. 2005, 102:5150-5155
32. Frisullo G, Angelucci F, Mirabella M, Caggiula M, Patanella K et al: Leptin enhances the release of cytokines be peripheral blood mononuclear cells from relapsing multiple sclerosis patients. Journal of Clinical Immunology 2004, 24:287-293
33. Batocchi AP, Rotondi M, Caggiula M, Frisullo G, Odoardi F, Notici V et al: Leptin as a marker of multiple sclerosis activity in patients treated with inerferon-beta. Journal of Neuroimmunology 2003, 139:150-154
34. Chatzantoni K, Papathanassopoulos P, Gourzoulidou E, Mouzaki A.: Leptin and its soluble receptor in plasma of patients suffering from remitting- relapsing multiple sclerosis. In vitro effects of leptin on type-1 and type -2 cytokine secretion by periphenal blood mononuclear cells, T- cells and moncytes of MS patients. Journal of Autoimmunity 2004, 23:169-177
35. Korbonits M, Goldstone AP, Gueorguiev M, Grossman AB: Grehlin- a hormone with multiple functions. Front Neuroendocrinol 2004, 25: 27-68
36. Druce MR, Wren AM, Park AJ, Milton JE, Patterson M, Frost G et al: Grehlin increases food intake in odese as well as lean subjects. Int J Obes 2005, 29:1130-1136
37. Inui A: Grehlin: an orexigenic and somatotrophic signal from the stomach. Nat Rev Neurosci 2001, 2:551-560
38. Druce MR, Bloom SR: Central regulators of food intake. Curr Opin Clin Nutr Metab Care 2003, 6:361-7
39. Dixit VD, Schaffer EM, Pyle RS, Collins GD, Sakhivel SK, Palaniappan R et al:. Grehlin inhibits leptin- and activation-induced proinflammatory cytokine expression by human monocy­tes and T cells. J Clin Invest 2004, 114:57-66
40. Li WG, Gavrila D, Liu X, Wang L, Gunnlaugsson S, Stoll Ll et al: Grehlin inhibits proinflammatory responses and nuclear factor-kappab activation in human andothelial cells. Circulation 2004, 109:2221-2226
41. Berilgen S, Bulut S, Ustundag B, Tekatas A, Ayar A: Patients with multiple sclerosis have higher levels of serum ghrelin. Neuroendocrinol Lett 2005, 26:819-822
42. Havel PJ, Kasim- Karakas S, Dubuc GR, Mueller WM, Phinney SD: Gender differences in plasma leptin concentrations. Nature Medicine 1996, 2:949-950
43. Saad MF, Damani S, Ginderich RL et al: Sexual dimorphism in plasma leptin concnetration. J Clin Endocrinol Metab 1997,  82:579-584
44. Haffner SM, Miettinen H, Karhapaa P et al: Leptin concentrations, sex, hormones and cortisol in nondiabetic men. J Clin Endocrinol Metab 1997, 82:1807-1809
45. Thomas T, Burguera B, Melton LJ et al : Relationship of serum leptin levels with body composition and sex steroid and insulin levels in men and women. Metabolism 2000, 49:1278-1284
46. Parviz G, Meera J, Slobodan D, Bryna S, Richard M: Nutritional factors in the aetiology of multiple sclerosis: a case-control study in Montreal, Canada. Int Journ Epid 1998, 27:845-852

 

 

 

 

 

Πίνακας 1:
Ηλικιακή κατανομή αντρών και γυναικών με Σκλήρυνση κατά Πλάκας


ΓΥΝΑΙΚΕΣ

ΑΝΤΡΕΣ

ΣΥΝΟΛΟ

Ηλικίες (έτη)

Αριθμός ασθενών

Αριθμός ασθενών

Αριθμός ασθενών

έως 20

7

2

9

21-30

57

16

73

31-40

49

23

72

41-50

39

20

59

51-60

11

8

19

>61

5

0

5

ΣΥΝΟΛΟ

168

69

237

 

 

 

 

 

 

Πίνακας 2:
Τιμές  Δείκτη Μάζας Σώματος (National Institutes of Health- National Heart, Lung and Blood Institute)

                          ΔΜΣ                                                  Χαρακτηρισμός

<18,5

Ελλιποβαρής

18,5-24,9

Φυσιολογικά όρια

25-29,9

Υπέρβαρος

30-34,9

Παχυσαρκία 1ου βαθμού

35-39,9

Παχυσαρκία 2ου βαθμού

>40

Παχυσαρκία 3ου βαθμού

 

 

 

 

 

 

Πίνακας 3:
Δημογραφικά στοιχεία ασθενών με σκλήρυνση κατά πλάκας

 

Αριθμός
ασθενών

Ηλικία mean
(SD)

Ύψος mean
(SD)

ΔΜΣ mean
(SD)

Άντρες

69

37,42
(10,419)

1,7678
(0,0747)

25,881
(3,606)

Γυναίκες

168

35,863
(11,157)

1,6504
(0,0577)

23,914
(4,836)

Σύνολο

237

36,316
(10,948)

1,6846
(0,0826)

24,487
(4,593)

 

 

 

 

 

 

 

Πίνακας 4:
Σύγκριση αποτελεσμάτων αντρών με ΣΚΠ και γενικού πληθυσμού από έρευνα
ATTICA  και από στοιχεία της στατιστικής υπηρεσίας Eurostat

Άντρες

με ΣΚΠ

ATTICA STUDY

p

EUROSTAT

p

ΔΜΣ (mean)

25,88

27,4

 

 

 

Ελλιποβαρείς

1,4%
33,3%
53,6%

<1%

0,49

0,4 %

0,239

Φυσιολογικοί

27%

0,13

40,5 %

0,159

Υπέρβαροι

53%

0,45

49,3 %

0,235

Παχ.1ου βαθμού

8,7%

 

11,6 %

16%

0,29

 

9,7 %

 

0,493

Παχ. 2ου βαθμού

2,9%

4%

0,48

Παχ. 3ου βαθμού

0%

<1%

 

 

 

 

 

 

 

Πίνακας 5:
Σύγκριση αποτελεσμάτων γυναικών με ΣΚΠ και γενικού πληθυσμού από έρευνα
ATTICA  και από στοιχεία της στατιστικής υπηρεσίας Eurostat.


Γυναίκες

 με ΣΚΠ

ATTICA STUDY

p

EUROSTAT

p

ΔΜΣ

23,9

25,3

 

 

 

Ελλιποβαρείς

7,1%
63,1%
19%

<1%

<0,001

2,8 %

0,003

Φυσιολογικές

54%

0,01

53,3 %

0,007

Υπέρβαρες

31%

<0,001

33,0 %

<0,001

Παχ.1ου βαθμού

6,5%

 

10,7 %

11%

0,03

 

10,9 %

 

0,531

Παχ. 2ου βαθμού

4,2%

4%

0,51

Παχ. 3ου βαθμού

0%

<1%

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πίνακας 6:
Σύγκριση μέσου ύψους ασθενών με ΣΚΠ και γενικό πληθυσμού από στοιχεία
της στατιστικής υπηρεσίας Eurostat.

 

 

ΣΚΠ (m)

Eurostat (m)

p

Άντρες

1,7678

1,742

0,005

Γυναίκες

1,6504

1,633

<0,001

Σύνολο

1,6846

1,685

0,934