Διαταραχές λόγου: τα είδη των αφασιών. Μια σύνθετη νευρολογική και νευροψυχολογική προσέγγιση

Μπουζιάνη Χρυσάνθη, Δερμιτζάκης Εμμανουήλ, Μαλεγιαννάκη Αμαρυλλίς, Τσίπτσιος Ιάκωβος
Νευρολογική Κλινική, ΕΣΥ, Γ.Ν. Παπαγεωργίου, Θεσσαλονίκη

Υπεύθυνος για την αλληλογραφία:
Δερμιτζάκης Εμμανουήλ
Νευρολογική Κλινική, Γ.Ν. Παπαγεωργίου
Ν. Ευκαρπία Θεσσαλονίκη
Τηλ. 6937415244
Fax: 2310 693976
E - mail: anaresgr@hotmail.com

 

Περίληψη:

Ο λόγος είναι φλοϊική λειτουργία και περιλαμβάνει ιδεατό, κινητικό και αισθητηριακό μέρος για την κατανόηση και έκφραση του προφορικού και του γραπτού λόγου. Η αφασία αφορά την απώλεια μερικών ή όλων αυτών των ικανοτήτων, των συνδέσεων, των συνηθειών του προφορικού και του γραπτού λόγου που προκύπτουν εξαιτίας της καταστροφής συγκεκριμένων εγκεφαλικών περιοχών, οι οποίες είναι εξειδικευμένες για τις λειτουργίες αυτές. Στο παρόν άρθρο ταξινομούνται οι αφασίες και περιγράφονται τα χαρακτηριστικά της κάθε διαταραχής από κλινικής και νευροψυχολογικής απόψεως.

 

Λέξεις ευρετηρίου: αφασίες, φλοιϊκές λειτουργίες

 

 

Language disorders: types of aphasia. A complicated neurological and neurophysical approachment.

Bouziani Chrysanthi, Dermitzakis Emmanouil, Malegiannaki Amaryllis, Tsiptsios Iakovos
Department of Neurology, Papageorgiou Hospital, Thessaloniki, Greece.

 

The term aphasia refers to a language disorder that results from damage to brain portions that are responsible for language. This disorder may impair both the expression and understanding of language, as well as reading and writing. Damage to the language-domain left cerebral hemisphere causes aphasia for most right-handers and about half of left-handers. However, language impairments associated with right hemisphere damage have received increasing attention of late. This article summarizes some major characteristics of different types of aphasia. The classification of aphasia subtypes is difficult, because the neural organization of language is complicated; language is a comprehensive and complex behaviour and not a product of some specific, circumscribed brain regions. Our aim is to indicate that no classification of patients in subtypes and groups of subtypes is adequate. There is a wide variation among patients with the same diagnosis, and aphasias can be highly selective.

Key words: aphasia, language brain areas

 

 

«Η γλώσσα γοητεύει τους ανθρώπους για πολλούς λόγους, αλλά για μένα η πιο εντυπωσιακή της ιδιότητα είναι η απέραντη εκφραστική της δύναμη. Οι άνθρωποι μπορούν να κάθονται για ώρες ακούγοντας άλλους ανθρώπους να κάνουν θόρυβο καθώς εκπνέουν, επειδή εκείνα τα σφυρίγματα και στριγκλίσματα περιέχουν πληροφορίες σχετικά με το μήνυμα που ο ομιλητής επιθυμεί να μεταφέρει. Το σύνολο των μηνυμάτων που μπορεί να κωδικοποιηθεί και να αποκωδικοποιηθεί μέσω της γλώσσας είναι, επιπλέον, απύθμενα απέραντο περιλαμβάνει τα πάντα: από θεωρίες για την προέλευση του σύμπαντος ως την τελευταία πλοκή μιας ίντριγκας σε σαπουνόπερα. Προσπαθώντας να εξηγήσω αυτό το καθολικό ανθρώπινο ταλέντο, που είναι πιο εντυπωσιακό κι από την τηλεπάθεια, αυτό είναι στο μυαλό μου η πρωταρχική πρόκληση για την επιστήμη της γλώσσας».

Words and Rules, Steven Pinker




Η γλώσσα είναι μορφή επικοινωνίας που χαρακτηρίζει αποκλειστικά τον άνθρωπο. Τα ζώα έχουν την ικανότητα να επικοινωνούν μεταξύ τους με τρόπους οι οποίοι δεν μπορούν να συγκριθούν με την ποίηση -τη δημιουργία- του ανθρώπινου λόγου. Η γλώσσα διαφέρει από τους άλλους τύπους επικοινωνίας, καθώς χαρακτηρίζεται από τη δημιουργικότητα-την ικανότητα σχηματισμού απεριόριστων λέξεων, προτάσεων, σημασιών από ένα περιορισμένο αριθμό φωνημάτων. Άλλα στοιχεία της γλώσσας είναι η μορφή (φωνήματα, μορφήματα, γραμματική, δηλ. η δομή μιας γλώσσας) το περιεχόμενο και η χρήση της. Τα στοιχεία αυτά επηρεάζονται από ποικίλες παθολογικές καταστάσεις. Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι η μορφή επηρεάζεται π.χ. από βλάβες παρεγκεφαλίδας (δυσαρθρία) ή βλάβες φλοιού (αφασία Βroca), το περιεχόμενο διαταράσσεται στην αφασία Wernicke καθώς και στην αφασία αγωγής και στη σχιζοφρένεια, ενώ η χρήση διαταράσσεται σε ψυχικές παθήσεις όπως π.χ. στην μανιοκατάθλιψη.
Ο άνθρωπος είναι ομιλούν υποκείμενο. Σε μια συνομιλία προφέρει κατά μέσο όρο 180 λέξεις ανά λεπτό, χωρίς καμία προσπάθεια αλλά και χωρίς σχεδόν κανένα λάθος. Από ένα νοητικό λεξιλόγιο 60.000-120.000 λέξεις, σπάνια χρησιμοποιεί εσφαλμένα μια λέξη. Αυτή η άψογη εκτέλεση στην παραγωγή γλώσσας συμβαδίζει με μια καταπληκτική ικανότητα κατανόησης γλώσσας. Αυτό το μυστήριο της δημιουργίας του λόγου έγινε αντικείμενο όχι μόνο θαυμασμού αλλά και μελέτης από τους επιστήμονες του 19ου αιώνα. Στον 20ο αιώνα στις μελέτες εμπλέκεται και ένας νέος κλάδος της επιστήμης, η γλωσσολογία, η οποία προσπαθεί από κοινού με την νευρολογία να απαντήσει κι αυτή στα ερωτήματα: πώς μιλάμε; Και ποια είναι η θέση στην οποία εντοπίζεται η συγκεκριμένη λειτουργία του λόγου;
Την πρώτη απάντηση στο ερώτημα έδωσε το 1864 ο Pierre Paul Broca: "nousparlonsavecl' hemispheregauche!". Ο Broca βασίστηκε σε μελέτες ασθενών με αδυναμία ομιλίας αλλά επαρκή κατανόηση του λόγου. Η νεκροτομή έδειξε βλάβη στην αριστερή οπίσθια περιοχή του μετωπιαίου λοβού σε όλους τους ασθενείς.
Το 1876, ο Karl Wernicke, σε ηλικία 26 ετών, δημοσίευε την εργασία του με τίτλο «το σύμπλεγμα συμπτωμάτων της αφασίας: ψυχολογική μελέτη επί ανατομικής βάσεως», η οποία έγινε η βάση και για τις κατοπινές θεωρίες της γλώσσας. Ο Karl Wernicke υποστήριξε ότι η γλώσσα εμπεριέχει ξεχωριστά κινητικά και αισθητικά προγράμματα που ρυθμίζονται από ξεχωριστές περιοχές: το κινητικό πρόγραμμα, που ρυθμίζει τις κινήσεις στόματος κατά την ομιλία, εντοπίζεται στην περιοχή Broca, που είναι τοποθετημένη μπροστά από την κινητική περιοχή που ελέγχει το στόμα, τη γλώσσα, την υπερώα, τις φωνητικές χορδές ενώ το αισθητικό πρόγραμμα, που ρυθμίζει την αντίληψη των λέξεων, εντοπίζεται (στην ονομαζόμενη σήμερα περιοχή Wernicke) στον κροταφικό λοβό - περιβαλλόμενη από τον ακουστικό φλοιό και τις περιοχές που ολοκληρώνουν την ακουστική, οπτική και σωματική αισθητικότητα σε σύνθετες αντιλήψεις (συνειρμικός φλοιός). Διατύπωσε, λοιπόν, ένα συνεκτικό γλωσσικό μοντέλο, το οποίο χρησιμοποιείται, με κάποιες τροποποιήσεις, ακόμη και σήμερα.
Το 1950, ο Wilder Penfield επιβεβαίωσε την ύπαρξη γλωσσικών περιοχών που είχαν περιγράψει οι Broca και Wernicke. Ο Penfield προκαλούσε διέγερση περιοχών που σχετίζονταν με το λόγο σε ασθενείς με επιληψία κατά την περιεγχειρητική φάση, ώστε να επιβεβαιώσει ότι οι δομές αυτές δεν βλάπτονταν κατά τη διάρκεια της επέμβασης.
Το 1985, γίνεται η ταξινόμηση των αφασικών διαταραχών από τους Geschwind και Damasio. Η ταξινόμηση βασίζεται στο μοντέλο Wernicke-Geschwind που αποτελεί τον πυρήνα των κλινικών και ακαδημαϊκών μελετών της αφασίας. Σύμφωνα με αυτό:
1. όταν ακούμε μια λέξη, η πληροφορία μεταφέρεται από το όργανο της ακοής μέσω του ακουστικού νεύρου στον έσω γονατώδη πυρήνα κι από κει στον πρωτοταγή ακουστικό φλοιό (πεδίο 41 κατά Brodmann), κατόπιν στον ακουστικό φλοιό ανώτερης τάξης (πεδίο 42), εν συνεχεία στην γωνιώδη έλικα (περιοχή του βρεγματο-κροταφο-ινιακού συνειρμικού φλοιού-πεδίο 39) και στην περιοχή Wernicke (πεδίο 22). Από την περιοχή αυτή, μέσω της τοξοειδούς δεσμίδας, η πληροφορία φτάνει στην περιοχή Βroca (πεδίο 45) και μετά στην κινητική περιοχή του φλοιού η οποία ελέγχει τη φώνηση.
2. όταν διαβάζουμε μια λέξη, η πληροφορία μεταφέρεται από τον αμφιβληστροειδή προς το έξω γονατώδες σώμα κι από κει στον πρωτοταγή οπτικό φλοιό (πεδίο 17) και στο κέντρο ανώτερης τάξης (πεδίο 18). Μετά η πληροφορία φτάνει στη γωνιώδη έλικα, κατόπιν στην περιοχή Wernicke - όπου μετασχηματίζεται σε ακουστική αντιπροσώπευση- και μέσω της τοξοειδούς δεσμίδας στην περιοχή Broca.
Όταν ο τελευταίος μετασχηματισμός δεν γίνεται, χάνεται η ικανότητα γλωσσικής έκφρασης.
Το μοντέλο αυτό βοήθησε τον Wernicke να προβλέψει έναν νέο τύπο αφασίας (αφασία αγωγής- Leitungsaphasie) που περιγράφηκε αργότερα κλινικώς.
Την ίδια δεκαετία (του 1980), οι Michael Posner , Marcus Raichle και συνεργάτες, με τη βοήθεια της PET πραγματοποίησαν μελέτες σε υγιή άτομα προκειμένου να διακρίνουν εάν η νευρική αντιπροσώπευση μιας λέξης την οποία διαβάζουμε μεταφέρεται επίσης κατά μήκος των ακουστικών οδών πριν αποκτήσει νόημα ή εάν μπορεί να μεταδοθεί απευθείας στην περιοχή Βroca. Οι μελέτες αυτές έδειξαν ότι: α) όταν ακούμε λέξεις ενεργοποιείται η περιοχή Wernicke ενώ όταν διαβάζουμε λέξεις, χωρίς να τις ακούμε ή να τις εκφέρουμε, δεν υπάρχει ενεργοποίηση της περιοχής Wernicke και β) ότι η οπτική πληροφορία από τον ινιακό φλοιό μεταφέρεται απευθείας στην περιοχή Βroca χωρίς να μετατραπεί σε ακουστική αντιπροσώπευση. Συμπέραναν έτσι ότι χρησιμοποιούνται διαφορετικές οδοί για γραπτές ή προφορικές λέξεις, ενώ ακόμη και όταν κάποιος αναζητά τη σημασία μιας λέξης ενεργοποιείται μια τελείως διαφορετική περιοχή του αριστερού μετωπιαίου φλοιού. Επομένως, το μοντέλο Wernicke-Geschwind δεν κατέστη ικανό να εξηγήσει την πολυπλοκότητα των διεργασιών του λόγου, καθώς η επεξεργασία της γλώσσας γίνεται τόσο εν σειρά όσο και εν παραλλήλω. (1)

 

Ανατομία λειτουργιών λόγου

Οι κύριες εγκεφαλικές περιοχές του λόγου είναι 4 (δύο υποδεκτικές και δυο εκτελεστικές) και εντοπίζονται στο αριστερό (επικρατητικό) ημισφαίριο του εγκεφάλου. Η συνολική γλωσσική ζώνη που τις περιλαμβάνει βρίσκεται περί την αύλακα του Sylvius.
Οι υποδεκτικές περιλαμβάνουν την ονομαζόμενη κεντρική περιοχή του λόγου και είναι η οπίσθια-άνω κροταφική περιοχή (περιοχή Wernicke) και έλικες του Heschl, υπεύθυνη για την αντίληψη της προφορικής ομιλίας, και η γωνιώδης έλικα στον κατώτερο βρεγματικό λοβό, προσθίως των οπτικών υποδεκτικών περιοχών, υπεύθυνη για την αντίληψη του γραπτού λόγου.
Οι εκτελεστικές περιλαμβάνουν το οπίσθιο πέρας της κάτω μετωπιαίας έλικας (περιοχή Broca),που ενέχεται στις κινητικές λειτουργίες της ομιλίας, και το οπίσθιο τμήμα της μέσης μετωπιαίας έλικας (περιοχή γραφής του Exner), όπου οι λέξεις που γίνονται αντιληπτές οπτικά εκφράζονται γραπτώς μέσω μιας τέταρτης γλωσσικής περιοχής (θεωρία που είναι ακόμη υπό αμφισβήτηση).
Συνδέσεις. Η σημαντικότερη εξ' αυτών είναι η τοξοειδής δεσμίδα, η οποία διαπερνά τον ισθμό του κροταφικού λοβού και πορεύεται γύρω από το οπίσθιο πέρας της σχισμής του Sylvius. Άλλες συνδέσεις είναι δυνατόν να διαπερνούν την έξω κάψα του φακοειδούς πυρήνα. Επίσης υπάρχουν φλοιο-φλοιώδεις συνδέσεις και άλλα συστήματα ινών που οδηγούν στις περισυλούιες περιοχές και προβάλουν σε άλλα τμήματα του εγκεφάλου. Οι βραχείες συνδετικές ίνες ενώνουν την περιοχή Broca με τον κατώτερο ρολάνδιο φλοιό, ο οποίος νευρώνει τα όργανα της ομιλίας. Η περιοχή γραφής του Exner συνδέεται με την κινητική περιοχή των μυών της άκρας χειρός, ενώ οι περισυλούιες περιοχές της γλώσσας συνδέονται και με το ραβδωτό σώμα και το θάλαμο
και με αντίστοιχες περιοχές του μη επικρατητικού ημισφαιρίου μέσω του μεσολοβίου.

 

Διαταραχές ομιλίας και λόγου

 

Οι διαταραχές ομιλίας και λόγου εμφανίζονται σε ποικίλες παθολογικές καταστάσεις και μπορεί να αφορούν:
1. Διαταραχή της αναπαραγωγής ή/ και της αντίληψης του γραπτού ή προφορικού λόγου. Οι διαταραχές αυτές είναι οι γνωστές αφασίες.
2. Διαταραχή λόγου παρατηρούμε και σε νοσήματα που επηρεάζουν τις νοητικές λειτουργίες. Π.χ. στη νόσο Alzheimer οι ασθενείς εμφανίζουν παλιλαλία και ηχολαλία, στη σχιζοφρένεια εμφανίζονται νεολογισμοί και φράσεις χωρίς νόημα.
3. Διαταραχή της φώνησης με ακέραιες νοητικές λειτουργίες, δηλαδή δυσαρθρία έχουμε σε παραλύσεις μυών που συμμετέχουν στην φώνηση, εξωπυραμιδική δυσκαμψία, αταξία, σπασμούς.
4. Διαταραχές από βλάβη λάρυγγα ή της νεύρωσής του (αφωνία ή δυσφωνία).
5. Αναπτυξιακές διαταραχές του λόγου (π.χ. δυσλεξία).

Αφασίες

Ο λόγος είναι φλοιική λειτουργία και περιλαμβάνει ιδεατό, κινητικό και αισθητηριακό μέρος για την κατανόηση και έκφραση του προφορικού και του γραπτού λόγου. O φυσιολογικός λόγος μπορεί να ειδωθεί ως μια σύνθετη διαντίδραση ανάμεσα σε συμβολικές αναπαραστάσεις, σε αισθητικές και κινητικές ικανότητες και συνηθισμένα συντακτικά σχήματα κι όλα στην υπηρεσία της πρόθεσης του ομιλητή να επικοινωνήσει. Η αφασία αφορά την απώλεια μερικών ή όλων αυτών των ικανοτήτων, των συνδέσεων, των συνηθειών του προφορικού και του γραπτού λόγου, που προκύπτουν εξαιτίας της καταστροφής συγκεκριμένων εγκεφαλικών περιοχών, οι οποίες είναι εξειδικευμένες για τις λειτουργίες αυτές. Διαταραχές στην επικοινωνία λόγω παράλυσης ή έλλειψης συνεργασίας των μυών για την παραγωγή του γραπτού ή προφορικού λόγου ή διαταραχές όρασης ή ακοής δεν είναι από μόνες τους αφασικές. Τέτοιες διαταραχές δύναται να συνοδεύουν την αφασία αν και γι' αυτό περιπλέκουν την κλινική εικόνα της γλωσσικής διαταραχής (2).
Ως αφασία ορίζεται η γλωσσική έκπτωση που επηρεάζει όλες τις λειτουργίες και τους τρόπους γλωσσικής έκφρασης και αντίληψης σε άτομα των οποίων οι νοητικές λειτουργίες φαίνονται να είναι ομαλές (3). Επομένως, η αφασία ως γλωσσική διαταραχή αφορά την παραγωγή, την κατανόηση, τη γραφή και την ανάγνωση του λόγου, με την παράλληλη εμφάνιση προβλημάτων συχνά και στην αριθμητική ικανότητα. Σε ό,τι αφορά τον προφορικό λόγο του αφασικού ατόμου παρουσιάζονται μια σειρά από διαταραχές στην άρθρωση, η εμφάνιση στερεοτύπων στη γραμματική και το συντακτικό, απώλεια λεκτικής ευφράδειας, εμφάνιση δυσυνταξίας και αδυναμία επανάληψης (4). Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό ο όρος αφασία περιλαμβάνει μια ποικιλία παθολογικών καταστάσεων. Ωστόσο, κάτω από αυστηρά κριτήρια μπορούμε να κάνουμε λόγο για αφασία μόνο όταν συγκεκριμένες φλοιικές και υποφλοιικές περιοχές του εγκεφάλου ευθύνονται για γλωσσικές διαταραχές σε άτομα που έχουν ολοκληρώσει τη γλωσσική απόκτηση. Στα παιδιά δε γίνεται λόγος για αφασία αλλά για γλωσσική καθυστέρηση ή καθυστέρηση της απόκτησης του λόγου (5).
Οι βασικότερες δυσκολίες στην αφασία αντιστοιχούν στα κυριότερα γλωσσικά κανάλια της καθημερινής ομιλίας: παραγωγή προφορικού λόγου, ανάγνωση, γραφή, ακουστική κατανόηση. Από τη νευροψυχολογική σκοπιά, η εμφάνιση χαρακτηριστικών ελλειμμάτων στα κανάλια αυτά δε συμπεραίνεται μέσω μιας λογικής ανάλυσης της φυσιολογικής παραγωγής του λόγου (6). Φαίνεται πως τα επιμέρους ελλείμματα των ασθενών διαπιστώνονται με έναν πλήρη νευροψυχολογικό έλεγχο βασισμένο στη διάγνωση, ο οποίος θα περιγράψει λεπτομερέστερα τόσο τις δυσκολίες του ασθενούς όσο και τις εναπομείνασες ικανότητές του (7). Οι τελευταίες θα αποτελέσουν τη βάση στην οποία θα στηριχθεί η μετέπειτα νευροψυχολογική αποκατάσταση του ασθενούς (8). Για τη νευροψυχολογική εκτίμηση των γλωσσικών ελλειμμάτων στην αφασία ο κλινικός έχει στη διάθεσή του μια ποικιλία δοκιμασιών, όπως λόγου χάρη τα διάφορα υποτέστ της συστοιχίας Boston Diagnostic Aphasia Examination (BDAE-3) (9) ή το Western Aphasia Battery (WAB) (10).

 

Αφασία και επικρατητικό ημισφαίριο

 

Στους δεξιόχειρες η αφασία σχετίζεται με αριστερές βλάβες εγκεφάλου. Η αφασία από βλάβη δεξιού ημισφαιρίου (διασταυρούμενη αφασία) είναι σπάνια (1%). Στους αριστερόχειρες και στους αμφίχειρες η εγκεφαλική επικράτηση δεν είναι απόλυτα ενιαία. Σε μελέτες αριστερόχειρων με αφασία το 60% είχε αριστερές ημισφαιρικές βλάβες. Στις σπάνιες περιπτώσεις αφασίας από δεξιά εγκεφαλική βλάβη οι ασθενείς είναι σχεδόν πάντα αριστερόχειρες και η διαταραχή γλώσσας σε κάποιους είναι λιγότερο σοβαρή από ότι σε δεξιόχειρες με αντίστοιχες βλάβες αριστερά. Tέλος, στο 15% των αριστερόχειρων ανευρέθη αμφοτερόπλευρη εκπροσώπηση.

 

Το προφίλ των γλωσσικών διαταραχών του δεξιού ημισφαιρίου

 

Η γλώσσα εκτός από γνωστικά στοιχεία έχει και συναισθηματικά στοιχεία: μελωδία, τονισμός, κυματισμός φωνής. Η διακύμανση αυτών των στοιχείων ονομάζεται προσωδία. Ορισμένα από αυτά βασίζονται σε εξειδικευμένες λειτουργίες του δεξιού ημισφαιρίου. Βλάβες του δεξιού ημισφαιρίου (στον κάτω κλάδο της δεξιάς μέσης εγκεφαλικής αρτηρίας) προκαλούν διαταραχές των στοιχείων αυτών, τις απροσωδίες δηλ. διαταραχή της αντίληψης και της αναπαραγωγής του συναισθηματικού περιεχομένου της ομιλίας. Η νευρική οργάνωση για την προσωδία στο δεξιό ημισφαίριο αντικατοπτρίζει την οργάνωση για τις γνωστικές όψεις της γλώσσας στο αριστερό. Έτσι, ασθενείς με βλάβη στο δεξιό μετωπιαίο φλοιό εμφανίζουν αδιαφοροποίητο τόνο φωνής, ανεξάρτητα από το αν είναι χαρούμενοι ή λυπημένοι, ενώ ασθενείς με οπίσθιες βλάβες δεν αντιλαμβάνονται την προσωδία στην ομιλία των άλλων ανθρώπων (αυτή η μορφή αγνωσίας ονομάζεται «τονική αγνωσία» ή απροσωδία). Προσωδία καταργείται και σε ασθενείς με ΑΕΕ δεξιού ημισφαιρίου, στη νόσο Parkinson και στην αφασία Broca.
Παρόλα αυτά στον εντοπισμό των γλωσσικών διεργασιών που εξυπηρετεί το δεξί ημισφαίριο, αλλά και των διαταραχών που προκαλούνται ύστερα από εγκεφαλική βλάβη υφίστανται αρκετές δυσχέρειες. Κι αυτό διότι είναι δύσκολο να εντοπιστούν επακριβώς οι περιοχές του δεξιού ημισφαιρίου που εμπλέκονται στη γλωσσική διεργασία αφού ποτέ δεν υφίσταται βλάβες τόσο εντοπισμένες, ενώ συχνά εμπλέκονται στη βλάβη περισσότερες από τις περιοχές που μας ενδιαφέρουν (11). Παρ' όλα αυτά, νευροψυχολογικές μελέτες δείχνουν ότι ασθενείς με βλάβες στο δεξί ημισφαίριο εκτός από τις διαταραχές προσωδίας, εμφανίζουν ελλείμματα στη λεξική κατανόηση και την ανάκληση, (αντιστοίχιση εικόνας-λέξης, κατονομασία εικόνων, έργα σημασιολογικής απόφασης και λεκτικής ροής), καθώς και στην κατανόηση μη-λεκτικών μηνυμάτων (12, 13). Ακόμα, εμφανίζουν χαμηλότερες επιδόσεις σε δοκιμασίες αξιολόγησης σημασιολογικού περιεχομένου, μεταφορικού και συναισθηματικού (14), έχουν δυσκολία στην επεξεργασία της σημασίας συγκεκριμένων λέξεων (15), στην εύρεση νοήματος ενός αστείου, στην αναγνώριση της ειρωνείας, στην ερμηνεία ιδιωματικών εκφράσεων και την επεξεργασία εμμέσων ερωτήσεων, στην αναστολή ακατάλληλων ως προς τα συμφραζόμενα εναλλακτικών σημασιών των αμφίσημων λέξεων. Ασθενείς με βλάβες του δεξιού ημισφαιρίου εμφανίζονται να έχουν χαμηλότερες επιδόσεις σε δοκιμασίες αξιολόγησης σημασιολογικού περιεχομένου, μεταφορικού καθώς και συναισθηματικού, σε σχέση με ασθενείς που έχουν βλάβες στο αριστερό ημισφαίριο (11).
Τα τελευταία χρόνια υπάρχει ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για τα γλωσσικά ελλείμματα που έχουν οι ασθενείς με βλάβη δεξιού ημισφαιρίου στην επεξεργασία και κατανόηση του μεταφορικού λόγου, όπως αυτός απαντάται στις μεταφορές, στους ιδιωματισμούς και το λεκτικό χιούμορ (16). Παρόλα αυτά, υπάρχουν ενδείξεις ότι και αριστερόπλευρες βλάβες είναι δυνατόν να προκαλέσουν δυσχέρειες στην επεξεργασία αμφισημιών με διαφορετικό προφίλ δυσκολιών (17).

Τα είδη των αφασιών

Οι αφασίες ταξινομούνται, σύμφωνα με τους Adams & Victor (18), ως εξής:
1. Αφασία Broca
2. Αφασία Wernicke
3. Σφαιρική αφασία (καθολική)
4. Σύνδρομα γλωσσικού διαχωρισμού:
α) αφασία αγωγής
β) αμιγής λεκτική κώφωση
γ) αμιγής λεκτική τύφλωση (οπτική λεκτική αγνωσία ή αλεξία χωρίς αγραφία)
δ) αμιγής λεκτική βωβότης
ε) κατονομαστική αφασία

στ) απομόνωση των περιοχών του λόγου (διαφλοιώδεις αφασίες):
-i) διαφλοιώδης αισθητική

-ii) διαφλοιώδης κινητική
5. Αγραφίες
6. Υποφλοιώδεις αφασίες

 

1. Αφασία Broca

Το κύριο χαρακτηριστικό αυτής της αφασίας είναι η μείωση της παραγωγής γλώσσας με διατήρηση της κατανόησης της γλώσσας. Η βλάβη εντοπίζεται στον κινητικό συνειρμικό φλοιό του μετωπιαίου λοβού, εκτεινόμενη στην οπίσθια μοίρα της τρίτης μετωπιαίας έλικας (πεδία 44 και 45 κατά Brodmann - περιοχή Broca). Σε βαριές βλάβες καταστρέφονται και οι παρακείμενες προκινητική και προμετωπιαία περιοχή (πεδία 6,8,9,10 και 46). Οι αιτίες είναι κυρίως αγγειακές (απόφραξη άνω κύριου κλάδου μέσης εγκεφαλικής αρτηρίας), όγκοι, επιληπτικές κρίσεις κ.α. Σε ηπιότερη αφασία, στη λεγόμενη «mini Broca», η ένδεια της ομιλίας είναι ήπια ενώ η αντίληψη και η ικανότητα γραφής παραμένει ακέραια, η μελωδικότητα χάνεται και οι λέξεις αρθρώνονται αργά. Επίσης, σε πιο ελαφριές καταστάσεις ή κατά την περίοδο της επανόδου, η ομιλία εμφανίζει βραδύτητα και δισταγμό, ποσοτική μείωση, αγραμματισμό (ομιλία σε τηλεγραφικό στυλ), κακή άρθρωση και δυσπροσωδία. Μάλιστα ο αγραμματισμός έχει επισημανθεί ως το κύριο χαρακτηριστικό της αφασίας αυτού του τύπου. Το αγραμματικό προφίλ του ασθενούς με αφασία Broca συνίσταται στη δημιουργία προτάσεων που αποτελούνται από δυο με τρεις λέξεις που ενώ ταιριάζουν μεταξύ τους σημασιολογικά δεν έχουν καμία συντακτική δομή (19). Παράλληλα, οι ασθενείς αυτού του τύπου παράγουν συχνά φωνηματικές παραφασίες αντικαθιστώντας, προσθέτοντας ή παραλείποντας φθόγγους, ενώ σπανιότερα παρατηρούνται σημασιολογικές παραφασίες. Έτσι από τις απαντήσεις που δίνει ο ασθενής φαίνεται ότι χρησιμοποιεί τις σωστές λέξεις και ο συνομιλητής μπορεί να βγάλει νόημα, παρά το γεγονός ότι οι προτάσεις είναι κακοσχηματισμένες και απογυμνωμένες από συνθετικά στοιχεία και ρήματα (20).
Σε πιο βαριές αφασίες οι ασθενείς δεν μπορούν να μιλήσουν δυνατά ενώ μπορεί να λείπει τελείως η ομιλία, χωρίς ωστόσο να παρατηρείται δυσκολία στην κατάποση και στην άρθρωση άλλων ήχων πλην των λέξεων. Ασθενείς με αφασία Broca εμφανίζουν τυπικά ομιλία αραιή, κατά την οποία παραλείπονται άρθρα, επίθετα, επιρρήματα (παραλείψεις),ενώ υπάρχει αποδόμηση της σύνταξης (τηλεγραφικός λόγος) χωρίς ωστόσο να παραλείπονται σημαντικά γνωρίσματα της γλώσσας. Οι ασθενείς με αφασία Broca δεν παρουσιάζουν σχεδόν καμία δυσκολία στην αντιληπτική τους ικανότητα και μπορούν να συμμετέχουν σε συζήτηση κατανοώντας μεμονωμένες λέξεις αλλά δυσκολεύονται στην κατανόηση πολύπλοκων γραμματικών τύπων και συνήθως δε μπορούν να απαντήσουν.

Επίσης υπάρχει διαταραχή στην επανάληψη που είναι τόσο χαρακτηριστική, ώστε εάν ο ασθενής δεν την παρουσιάζει δεν τίθεται διάγνωση αφασίας Broca αλλά διαφλοιώδους κινητικής αφασίας. Συνυπάρχει σοβαρή διαταραχή και της γραφής. Η κατανόηση προφορικού και γραπτού λόγου είναι ελάχιστα διαταραγμένη καθώς δεν έχει καταστραφεί η περιοχή Wernicke, ενώ η κατονομασία είναι εσφαλμένη. Οι ασθενείς έχουν επίγνωση των σφαλμάτων τους.

 

2. Αφασία Wernicke

Αυτός ο τύπος αφασίας χαρακτηρίζεται κυρίως από σημαντική ελάττωση της κατανόησης. Η βλάβη βρίσκεται στην περιοχή Wernicke και επεκτείνεται και στην άνω περιοχή του κροταφικού λοβού (πεδία 39 και 40) καθώς και προς τα κάτω, στο πεδίο 37 (συμμετοχή ακουστικών συνειρμικών περιοχών ή αποσύνδεσή τους από τον πρωτογενή ακουστικό φλοιό -έλικες Heschl-) Οι αιτίες περιλαμβάνουν απόφραξη του κατώτερου κλάδου της αριστερής μέσης εγκεφαλικής αρτηρίας, κατάληψη της περιοχής από όγκο ή απόστημα, αιμορραγία στην περιοχή κ.α. Ασθενείς με αφασία Wernicke εμφανίζουν ομιλία, φυσιολογική ως προς τον ρυθμό και τη μουσικότητα.
Οι ασθενείς μπορεί να δυσκολεύονται να βρουν την κατάλληλη λέξη ή να χρησιμοποιούν εσφαλμένη λέξη ή εσφαλμένους συνδυασμούς λέξεων ή να δημιουργούν νέες λέξεις. Εμφανίζονται δηλαδή παραφασίες και νεολογισμοί. Έτσι, παρά την ευφράδεια και την φυσιολογική προσωδία, η ομιλία στερείται νοήματος. Η λογόρροια, δηλ. η υπεραφθονία λέξεων με λίγα νοήματα, και ο κενός λόγος συμπληρώνουν τη διαταραχή της ομιλίας. Διαταραχές σημειώνονται και στην ανάγνωση, στη γραφή, στην κατονομασία και στην επανάληψη. Οι ασθενείς δεν μπορούν να διαβάσουν, να γράψουν αυθόρμητα, να αντιληφθούν το νόημα, να γράψουν καθ? υπαγόρευση, ενώ μπορούν να αντιγράψουν αργά, και τέλος δεν μπορούν να κατονομάσουν. Οι ασθενείς αυτοί δεν καταλαβαίνουν τι τους λένε οι άλλοι ενώ δεν αντιλαμβάνονται την ανικανότητα αυτή.
Το κατεξοχήν σύμπτωμα της αφασίας αυτής θεωρείται ο παραγραμματισμός κατά τον οποίο παρουσιάζονται ταυτολογίες, ασάφειες, συχνές επαναλήψεις λέξεων και τμήματα προτάσεων που δε συνδέονται ούτε σημασιολογικά ούτε συντακτικά μεταξύ τους. Παρά το γεγονός ότι οι ασθενείς αυτοί δεν μπορούν να κατανοήσουν τα λόγια των άλλων και συχνά αναγκάζονται να μαντέψουν το νόημα τους, εξακολουθούν να διατηρούν την ικανότητα διεξαγωγής διαλόγου καθώς κατανοούν πότε τους απευθύνεται μια ερώτηση και πότε πρέπει να ζητήσουν το λόγο. Στη γραφή και στην ανάγνωση παρουσιάζουν διπλασιασμό των συλλαβών, των λέξεων ή ακόμη και των προτάσεων. Συνήθως συνυπάρχουν και άλλα εστιακά νευρολογικά σημεία όπως δεξιά ομώνυμη ημιανοψία, ενώ σε περίπτωση που δεν συνυπάρχει άλλη νευρολογική σημειολογία πρέπει να γίνει διαφορική διάγνωση από την ψύχωση.

 

3. Σφαιρική αφασία (global or total)

 

Σε αυτό τον τύπο αφασίας η βλάβη βρίσκεται σε μεγάλο τμήμα της γλωσσικής περιοχής (περιοχή Broca & Wernicke).Οι αιτίες περιλαμβάνουν απόφραξη αριστερής έσω καρωτίδας ή μέσης εγκεφαλικής αρτηρίας, αιμορραγία, όγκος στην περιοχή ή εμφανίζεται παροδικά μετά από επιληπτική κρίση.
Η αφασία είναι σοβαρή καθώς όλες οι παράμετροι του λόγου επηρεάζονται: οι ασθενείς αρθρώνουν μόνο μερικές λέξεις ή συλλαβές (δεν παρουσιάζουν αλαλία), δεν μπορούν να διαβάσουν, να γράψουν ή να επαναλάβουν. Συνυπάρχουν δεξιά ημιπάρεση, ημιϋπαισθησία και ομώνυμη ημιανοψία.

 

4. Σύνδρομα αποσύνδεσης

 

4.α. Αφασία αγωγής

Η βλάβη βρίσκεται στην τοξοειδή δεσμίδα. Τέτοιου είδους βλάβη παρατηρείται σε κάκωση της υπερχείλιας έλικας του αριστερού βρεγματικού λοβού ή (λιγότερο συχνά) σε κάκωση της οπίσθιας και άνω επιφάνειας του αριστερού κροταφικού λοβού. Κύριο αίτιο είναι η απόφραξη του ανιόντος βρεγματικού κλάδου της μέσης εγκεφαλικής αρτηρίας. Μοιάζει με την αφασία Wernicke ως προς την ευφράδεια, την παραφασία, την διαταραχή επανάληψης και την μεγαλόφωνη ανάγνωση και τη γραφή , ενώ η ευχέρεια στην παραγωγή γλώσσας είναι μειωμένη σε σχέση με τους ασθενείς με αφασία Wernicke. Η ικανότητα κατανόησης του λόγου παραμένει ανέπαφη, ενώ ο αυθόρμητος λόγος παρουσιάζει κανονική ροή και καλή άρθρωση αλλά περιορίζεται σε σύντομες και απλές προτάσεις. Η διχοτόμηση αυτή είναι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό αυτής της μορφής αφασίας. Στους ασθενείς με αφασία αγωγής υπάρχει επίγνωση της διαταραχής και για αυτό προσπαθούν να μειώνουν τα πολλά φωνημικού τύπου παραφασικά λάθη (21).

 

4.β. Κατονομαστική αφασία (anomic)

Η βλάβη βρίσκεται στον οπίσθιο κροταφικό λοβό ή στη μέση κροταφική έλικα, εκεί που διακόπτονται οι συνδέσεις ανάμεσα στις αισθητηριακές γλωσσικές περιοχές και τις ιπποκάμπιες, που ενέχονται στη μνήμη και μάθηση, συνήθως λίγο πιο πίσω από την περιοχή Wernicke και σχετικά βαθιά μεταξύ της οπίσθιας μοίρας της άνω και κάτω κροταφικής έλικας και της γωνιώδους έλικας. Οι κύριες αιτίες είναι όγκοι της περιοχής, ερπητική εγκεφαλίτιδα, αποστήματα.
Αναφέρεται και ως ανομία ή αμνησιακή αφασία. Ο ασθενής έχει δυσκολία μόνο στο να βρει τις σωστές λέξεις. Όταν του παρουσιαστεί ένα αντικείμενο προς κατονομασία δεν βρίσκει τη λέξη, αλλά μπορεί να το περιγράψει ή να δείξει τη χρήση του. Όταν του ζητηθεί εκλογή της λέξης που ταιριάζει με ένα αντικείμενο, αναγνωρίζει συνήθως ορθά μεταξύ των εναλλακτικών λέξεων τη σωστή για το αντικείμενο. Λόγω απώλειας της ικανότητας εύρεσης των κατάλληλων λέξεων, η ομιλία του ασθενή χαρακτηρίζεται από παύσεις, αναζήτηση λέξεων, περιφράσεις και υποκατάσταση, ενώ η αντίληψη του λόγου είναι φυσιολογική (22). Παρόμοια δυσκολία μπορεί να υπάρχει και στον γραπτό λόγο. Η σύνταξη και η γραμματική δεν εμφανίζουν ιδιαίτερα λάθη αν και παρατηρούνται παραφασίες φωνηματικές και συχνότερα σημασιολογικές που όμως δεν επηρεάζουν την καλή μορφή που έχει ο λόγος (23). Η αφασία αυτή μπορεί να εμφανισθεί από την αρχή ή να ακολουθήσει, στο στάδιο βελτίωσης, την αφασία Wernicke. Οι ασθενείς είναι διστακτικοί και βραδείς όταν μιλούν με πλήρη επίγνωση της δυσκολίας τους. Συχνά χρησιμοποιούν μακριές φρασεολογίες για να πουν αυτά που θέλουν.
Μια ειδική μορφή αυτής της διαταραχής είναι η απτική αφασία. Σε αυτήν οι ασθενείς δεν μπορούν να κατονομάσουν αντικείμενα που γίνονται αισθητά με τα χέρια, αλλά μπορούν να προβούν σε κατονομασία οπτικά παρουσιαζόμενων αντικειμένων.

 

4.γ. Αμιγής λεκτική κώφωση

Περιγράφηκε το 1885 από τον Lichtheim. Η βλάβη βρίσκεται σε αμφότερα τα ημισφαίρια, στο μέσο τριτημόριο άνω κροταφικών ελίκων, σε μια θέση όπου διακόπτονται οι συνδέσεις ανάμεσα στον πρωτογενή ακουστικό φλοιό και στις συνειρμικές περιοχές του άνω-οπισθίου τμήματος του κροταφικού φλοιού. Σπανίως, αμιγής λεκτική κώφωση παρατηρείται σε ετερόπλευρες βλάβες στο επικρατητικό ημισφαίριο. Η διαταραχή της ακουστικής αντίληψης και επανάληψης και της ικανότητας γραφής καθ' υπαγόρευση προεξάρχουν σε αυτή της μορφή αφασίας, ενώ η αυθόρμητη γραφή και η ικανότητας αντίληψης γραπτού λόγου διατηρούνται. Οι ασθενείς δίνουν την εντύπωση ότι είναι κωφοί. Ωστόσο, οι ακοομετρικές δοκιμασίες δεν αποκαλύπτεται ακουστικό έλλειμμα. Το σύνδρομο δεν είναι αμιγές καθώς μπορούν να βρεθούν άλλα στοιχεία αφασίας Wernicke ή να εμφανίζεται κατά τη βελτίωση αφασίας Wernicke.

 

4.δ. Αμιγής λεκτική τύφλωση (οπτική λεκτική αγνωσία ή αλεξία χωρίς αγραφία)

Περιγράφηκε το 1892 από τον γάλλο νευρολόγο Jules Dejerine. Προεξάρχουν η ανικανότητα ανάγνωσης, κατανόησης γραπτού λόγου και κατονομασίας χρωμάτων. Η ομιλία είναι τελείως φυσιολογική όπως και η αντίληψη του προφορικού λόγου, η επανάληψη όσων ακούγονται και η αυθόρμητη και καθ' υπαγόρευση γραφή. Η ικανότητα αντιγραφής επηρεάζεται (ο ασθενής πρέπει να αντιγράψει ένα-ένα τα γράμματα). Το αξιοσημείωτο της αμιγούς λεκτικής τύφλωσης είναι η διατήρηση ικανότητας ευχερούς γραφής, την οποία μετά ο ίδιος ασθενής δεν μπορεί να διαβάσει. Συνυπάρχει δεξιά ομώνυμη ημιανοψία. Η βλάβη βρίσκεται στον αριστερό οπτικό φλοιό και στην υποκείμενη λευκή ουσία και στις συνδέσεις του δεξιού οπτικού φλοιού με τις ακέραιες γλωσσικές περιοχές του επικρατούντος ημισφαιρίου. Ο διαχωρισμός στο σπληνίο του μεσολοβίου με επακόλουθη βλάβη του σπληνίου εμποδίζει τη μεταβίβαση των πληροφοριών από το αριστερό οπτικό ημιπεδίο στο δεξιό ημισφαίριο και από κει στην αριστερή γωνιώδη έλικα. Αν η βλάβη περιορίζεται στη γωνιώδη έλικα δεν θα υπάρχει ημιανοψία, αλλά η αλεξία μπορεί να συνδυάζεται με αγραφία, σύγχυση αριστερού-δεξιού, αναριθμησία και δακτυλική αγνωσία (σύνδρομο Gerstmann).
Να σημειώσουμε εδώ ότι η χειρουργική διατομή του σπληνίου συνεπάγεται απώλεια της ικανότητας ανάγνωσης στο αριστερό οπτικό ημιπεδίο και όχι στο δεξί.

 

4.ε. Αμιγής λεκτική βωβότης (pure word mutism, αμιγής κινητική αφασία του Dejerine)

Η ικανότητα ομιλίας χάνεται ενώ η ικανότητα γραφής διατηρείται σ΄αυτήν την αφασία. Ο προφορικός και γραπτός λόγος παραμένουν κατανοητοί. Υπάρχει βωβότητα με ανεπηρέαστη την εσωτερική ομιλία και την γραφή. Χαρακτηριστικά, η γλώσσα αποκαθίσταται σε αυτή την διαταραχή. Η βλάβη εντοπίζεται στον κυρίαρχο μετωπιαίο λοβό, χωρίς να έχει καθοριστεί πλήρως η ανατομική βάση. Αυτό που συμβαίνει είναι μια αποσύνδεση του κινητικού φλοιού της ομιλίας από τα κατώτερα κέντρα. Μπορεί να συνυπάρχει ημιπάρεση.

 

4.στ. Διαφλοιώδεις αφασίες- απομόνωση περιοχών του λόγου

Στις αιτίες των διαφλοιωδών αφασιών περιλαμβάνονται έμφρακτα στις ζώνες οριακής αιμάτωσης της πρόσθιας και μέσης εγκεφαλικής αρτηρίας ,όπως συμβαίνει μετά από καρδιακή παύση. Οι ασθενείς με διαφλοιώδη αφασία δε μπορούν να γράψουν και να διαβάσουν με κατανόηση γιατί υπάρχει βαριά διαταραχή της οπτικής και ακουστικής αντίληψης των λέξεων. Είναι ωστόσο δυνατή η επανάληψη λέξεων οι οποίες όμως δε γίνονται κατανοητές. Η διαφλοιώδης αφασία χωρίζεται σε 3 κατηγορίες: 1) στην κινητική, κατά την οποία η γλωσσική παραγωγή είναι ιδιαίτερα διαταραγμένη, αλλά διατηρείται σε ικανοποιητικά επίπεδα η γλωσσική κατανόηση. Τέτοια αφασία συναντούμε σε μετωπιαίες βλάβες και βλάβες των βασικών γαγγλίων 2)στην αισθητηριακή, κατά την οποία υπάρχει έλλειμμα στην γλωσσική αντίληψη, αλλά η γλωσσική παραγωγή επιτυγχάνεται έστω και με πληθώρα παραφασιών. Τη συναντούμε σε μεταβολικές εγκεφαλοπάθειες και σε έσω μετωποβρεγματικές, καθώς και κροταφικές και θαλαμικές βλάβες 3) στη μικτή, κατά την οποία είναι σχεδόν αδύνατη τόσο η γλωσσική κατανόηση όσο και η γλωσσική παραγωγή αλλά παραμένει ανέπαφη η ικανότητα επανάληψης των λέξεων.

4.στ.i. διαφλοιώδης αισθητική

Στη διαφλοιώδη αισθητική αφασία υπάρχει έλλειμμα ακουστικής και λεκτικής αντίληψης. Η γραφή και η ανάγνωση καθίστανται αδύνατες. Η ομιλία είναι ευχερής με παραφασίες, κατονομαστική αφασία, και κενό λόγο. Διαφοροδιάγνωση πρέπει να γίνει από την αφασία αγωγής και την αφασία του Wernicke, καθώς στη διαφλοιώδη αισθητική αφασία διατηρείται η επανάληψη. Η βλάβη εντοπίζεται στην βρεγματο-ινιακή περιοχή με διατήρηση της τοξοειδούς δεσμίδας. Λόγω αυτής της βλάβης η αισθητηριακή πληροφορία δεν φτάνει στα κέντρα ολοκλήρωσης. Συνυπάρχει οπτική αγνωσία και ημιανοψία.

4.στ.ii. διαφλοιώδης κινητική (σύνδρομο πρόσθιας απομόνωσης, «δυναμική αφασία του Luria»)

Σε αυτόν τον τύπο κινητικής αφασίας υπάρχει πλήρης αδυναμία διαλόγου, με ικανότητα παραγωγής μόνο ήχων και διατήρηση της κατανόησης του λόγου. Η διαφλοιώδης αισθητική αφασία πρέπει να διαφοροδιαγνωσθεί από τη λεκτική αλαλία, καθώς στην πρώτη η επανάληψη διατηρείται ακέραια Η διαταραχή εκδηλώνεται μετά από αποκατάσταση αφασίας Βroca ή καταστάσεις αβουλίας και ακινητικής αλαλίας σε καταστροφή του μετωπιαίου λοβού.

 

5. Αγραφίες

Στις αγραφίες η βλάβη βρίσκεται στην οπίσθια περισιλούια περιοχή, κοντά στη γωνιώδη έλικα. Η αμιγής αγραφία είναι σπάνια διαταραχή. Συνήθως συνυπάρχει με άλλες διαταραχές του λόγου. Υπάρχουν τρεις μορφές αγραφίας:
1. αφασικές αγραφίες, όπου αφθονούν τα ορθογραφικά και γραμματικά λάθη
2. ανωμαλίες της χωρικής αντίληψης και πραξίας -κατασκευαστική αγραφία-, όπου οι λέξεις δεν τοποθετούνται σωστά στη σελίδα και συνυπάρχουν και άλλες απραξίες
3. απραξικές αγραφίες, στις οποίες το χέρι έχει χάσει την ικανότητα διαμόρφωσης λέξεων (υπάρχει διαταραχή και στις άλλες χειρωνακτικές ικανότητες)

 

6. Υποφλοιώδεις αφασίες (θαλαμικές και ραβδωτοκαψικές)

Κλινικά μοιάζουν με τις αφασίες Βroca & Wernicke. Στη θαλαμική αφασία η βλάβη είναι στον θάλαμο του επικρατούντος ημισφαιρίου. Η θαλαμική αφασία δεν έχει ενιαία κλινικά χαρακτηριστικά- μπορεί να εμφανιστεί ως αλαλία, ως διαταραχή της κατανόησης του λόγου και κατόπιν ως μειωμένη αυθόρμητη ομιλία. Η επανάληψη είναι φυσιολογική.
Στη ραβδωτοκαψική αφασία η βλάβη βρίσκεται στην ραβδωτοκαψική περιοχή του επικρατουντος ημισφαιρίου με επέκταση προς την υποφλοιώδη λευκή ουσία του κροταφικού λοβού. Η αφασική διαταραχή χαρακτηρίζεται από δυσαρθρική, παραφασική ομιλία., με διαταραχές της κατανόησης, της κατονομασίας και της επανάληψης. Συνυπάρχει δεξιά ημιπάρεση. Η αποκατάσταση είναι βραδύτερη της θαλαμικής αφασίας.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Kandel E, Schwartz J, Jessel Th: Μέρος Ι, Γενική άποψη, κεφ.1: εγκέφαλος και συμπεριφορά, σελ 5-21, Μέρος IX, Γλώσσα, Μάθηση και Μνήμη, κεφ.34: Γλώσσα, σελ. 663-680, στο: Νευροεπιστήμη και συμπεριφορά, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, 2η έκδοση, Ηράκλειο 2000.
2. Μεντενόπουλος, Γ. (2003). Αφασίες, αγνωσίες, απραξίες και η σχέση τους με τη μνήμη. University Studio Press. Θεσσαλονίκη.
3. Goodglass, H. & Kaplan, E. (1972). Assessment of Aphasia and Related Disorders. Philadelphia: Lea and Febinger.
4. Spreen, O. & Risser, A.H. (2003). Assessment of Aphasia. New York: Oxford University Press.
5. Πήτα, Ρ. (1998). Ψυχολογία της Γλώσσας: Μία εισαγωγική προσέγγιση. Ελληνικά Γράμματα. Αθήνα.
6. Nadeau, S. E., Rothi, L. J. G., Crosson, B. (2000). Aphasia and Language: Theory to Practice. The Guilford Press. New York.
7. Lezak, M. D., Howieson, D. B., & Loring, D. W. (2004). Neuropsychological Assessment (fourth Edition). Oxford University Press: New York.
8. Sohlberg, M. M., & Mateer, C. A. (2004). Γνωστική αποκατάσταση: μια σύνθετη νευροψυχολογική προσέγγιση. Εκδόσεις Παπαζήση. Αθήνα.
9. Goodglass, H., Κaplan, E., & Barresi, B. (2000). The Boston Diagnostic Aphasia Examination (BDAE). Philadelphia: Lea and Febiger.
10. Kerstez, A. (1982). Western Aphasia Battery. San Antonio, TX: Psychological Corporation.
11. Hillis, A. E. (2002). The Handbook of Adult language disorders: Integrating Cognitive Neuropsychology, Neurology, and Rehabilitation. Psychology Press. Hove.
12. Chiarello C., Church K. L. Lexical judgments after right- or left-hemisphere injury. Neuropsychologia, 24, 623-630. 1986
13. Joanette, Y., & Goulet, P. (1989). Hémisphère droit et langage: Au-delà d'une certaine compétence lexico-sémantique. Langages, 96, 83-94.
14. Borod, J. C., Andelman, R., Olber, L. K., Tweedy, J. R., & Welkowitz, J. Right hemisphere specialization for the identification of emotional words and sentences: Evidence from stroke patients. Neuropsychologia, 30, 827-844, 1992
15. Rainville, P., Goulet, P., & Joanette, Y.(1995). Contribution of the right hemisphere to the processing of concrete words. Clinical Aphasiology, 23, 207-216.
16. Lee, S. S., & Dapretto, M. (2005). Metaphorical vs. literal word meanings: fMRI evidence against a selective role of the right hemisphere. Neuroimage, 29, 536-544.
17. Fassbinder, W., & Tompkins, C. A. (2001). Slowed lexical-semantic activation in individuals with right hemisphere brain damage?. Aphasiology, 15, 1079-1090.
18. Adams RA, Victor M: Derangements of Intellect, Behaviour and Language due to diffuse and focal cerebral disease: Disorders of Speech and Language, Section 5:413-429, In: Principles of Neurology, 8th edition, McGraw-Hill Medical Publishing Division, 2005
19. Grodzinsky, Y. (1990). Theoretical Perspectives on Language Deficits. The formal description of agrammatism (Chapter 3). The MIT Press, Cambridge.
20. Schuell, H. (1974). Aphasia Theory and Therapy: Selected Lectures and Papers of Hildred Schuell. University Park Press. Baltimore.
21. Goodglass, H. (1992). Conduction Aphasia. Lawrence Erlbaum Associates.
22. Kay, J., Lesser, R., & Coltheart, M. (1992). Psycholinguistic Assessments of Language Processing in Aphasia (PALPA). Hove: Erlbaum.
23. Goodglass, Η., & Caplan, E. (2001). The Assessment of Aphasia and Related disorders. Lippincott Williams & Wilkins, USA.